Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Με αφορμή την Εργατική Πρωτομαγιά

Η ομιλία  του Γιάννη Θεωνά, πρώην Γενικού Γραμματέα της ΓΣΕΕ στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε απο το ΜΕΤΑ για την Εργατική Πρωτομαγιά,  στο Δημαρχείο της Καισαριανής, στις 28 Απρίλη 2014




Με αφορμή την Εργατική Πρωτομαγιά 


Εισαγωγή

Στις μέρες μας, ζούμε μια πρωτοφανή κρίση, που καταστρέφει τη χώρα μας και βασανίζει βάρβαρα την εργατική τάξη και τα άλλα πλατιά λαϊκά στρώματα, συνολικά ολόκληρο τον ελληνικό λαό.
Η εφαρμογή μιας βιώσιμης πολιτικής εξόδου από την κρίση, από μια αριστερή ριζοσπαστική κυβέρνηση, με ανοικτό τον ορίζοντα της σοσιαλιστικής προοπτικής, προκύπτει ως αδήριτη ανάγκη.
Κρίσιμο ρόλο στην νικηφόρα έκβαση αυτής της προσπάθειας, καλείται να παίξει το εργατικό λαϊκό κίνημα, ιδιαίτερα το συνδικαλιστικό.
Απ’ αυτή την άποψη, η γνώση των ιστορικών εμπειριών από τους αγώνες και τη δράση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος στα δύσκολα χρόνια που έχει ζήσει ο λαός μας αποτελεί σημαντική συμβολή εν όψει των μεγάλων κοινωνικών ανατροπών, που ωριμάζουν στους κόλπους της κοινωνίας μας.

1.   Η ανάπτυξη του καπιταλισμού και η εμφάνιση του εργατικού κινήματος

Η ανάπτυξη και εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στις χώρες αρχικά της Ευρώπης και μετέπειτα σε άλλες χώρες του κόσμου, έφερε ως συνακόλουθο «κοινωνικό προϊόν» τη γενίκευση της μισθωτής εργασίας και την εμφάνιση της εργατικής τάξης.
Ωστόσο, η ύπαρξή της «από τάξη ως τέτοια», έως τη συνειδητοποίησή της «ως τάξης για τον εαυτό της», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Μάρξ, πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια. Στην Αγγλία, όπου ο καπιταλισμός εδραιώθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα, όταν άρχισαν να οργανώνονται σε εθνική κλίμακα τα βρετανικά συνδικάτα. Το δρόμο των βρετανών εργατών ακολούθησαν γρήγορα και οι εργάτες από τις άλλες χώρες με αποτέλεσμα την εμφάνιση του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλες τις χώρες του κεφαλαίου.
Τα πρώτα Συνδικάτα αρχίζουν να εμφανίζονται κατά τον 19ο αιώνα στην Αγγλία (το πρώτο ιδρύθηκε το 1834), στο Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία κλπ. Όμως, από την αρχή της λειτουργίας τους τα Συνδικάτα αντιμετώπισαν την εχθρική στάση των κυρίαρχων τάξεων και του Κράτους, που, μέσω αντεργατικών νόμων, απαγόρευαν τη λειτουργία τους.
Οι νόμοι που απαγόρευαν τη δημιουργία Συνδικάτων, άρχισαν να καταργούνται από το 1864 (Γαλλία), 1871 (Αγγλία) και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες.

2.  Πορεία ανάπτυξης του Συνδικαλιστικού Κινήματος στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, εργατικές οργανώσεις εμφανίζονται από τη δεκαετία του 1870 και μετά. Προήλθαν από τεχνίτες, που είτε εργάζονταν αυτόνομα (ράφτες, υποδηματοποιοί, αμαξηλάτες κλπ), είτε με συμβάσεις έργου (ξυλουργοί ναυπηγείων, τυπογράφοι κλπ).
Οι πρώτες απεργίες ξεσπούν το 1879 από τους εργάτες ξύλου των ναυπηγείων Σύρου στην Ερμούπολη. Τον ίδιο χρόνο οργανώνονται και κατέρχονται σε απεργία οι εργάτες των βυρσοδεψείων της Σύρου. Τα βασικότερα αιτήματα είναι η μείωση των ωρών εργασίας από 12 σε 10, η αύξηση του μεροκάματου και μέτρα καταπολέμησης της ανεργίας.
Έπειτα από βίαιες συγκρούσεις με τον στρατό και την αστυνομία, τα αιτήματά τους γίνονται τελικά δεκτά.
Οι εργατικές ενώσεις αρχικά είχαν στόχο τη βελτίωση της κατάστασης των εργατών και κατοχύρωσης βασικών επαγγελματικών συμφερόντων . Στην αρχή οι εργάτες και οι εκπρόσωποί τους δεν κατανοούσαν τη σχέση ανάμεσα στην κατάστασή τους και στην καπιταλιστική και κρατική συγκρότηση της κοινωνίας, γι αυτό και απέφευγαν τη συμμετοχή  σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Ωστόσο κι αυτές τις επαγγελματικές οργανώσεις η αστική τάξη δεν τις έβλεπε με καλό μάτι και χρησιμοποίησε κάθε μέσο, από την ανοιχτή ωμή βία ως την εξαγορά, προκειμένου να τις αποδυναμώσει. Έγιναν μεγάλοι αγώνες και χύθηκε πολύ εργατικό αίμα μέχρι η αστική τάξη να αποδεχτεί την ύπαρξη των συνδικάτων και να κατοχυρωθούν θεμελιώδη δικαιώματα. Κορυφαίο γεγονός, που συμπυκνώνει τους εργατικούς αγώνες για τη διασφάλιση βασικών δικαιωμάτων, είναι η εξέγερση την Πρωτομαγιά του 1886 στο Σικάγο, όπου οι εργάτες απαίτησαν την καθιέρωση του 8ωρου, ένα αίτημα για το οποίο δόθηκαν μεγάλοι αγώνες τα επόμενα εκατό χρόνια για την εφαρμογή του. Ταυτόχρονα η αστική τάξη χρησιμοποίησε τους μηχανισμούς καθυπόταξης του αστικού κράτους και διάφορες θεωρίες για αναποτελεσματικότητα των αγώνων και ιδιαίτερα της απεργίας, για υποταγή και ταξική συνεργασία.
Προς τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, η βιομηχανία κάνει τα πρώτα βήματά της στην Ελλάδα. Δημιουργούνται βιομηχανίες, όπως τα ναυπηγεία (Σύρος, Πόρος, Γαλαξείδι, Σπέτσες), πολλά εργοστάσια αλευροποιίας, υφαντουργίας, βυρσοδεψίας, μηχανουργεία και βιοτεχνίες στον Πειραιά, την Ερμούπολη, Πάτρα, Αθήνα, Καλαμάτα και συγκροτούνται βιομηχανικά κέντρα στον Πειραιά, το Βόλο και τη Σύρο.
Από το 1880 και μετά αρχίζει να υπάρχει μια οικονομική ανάπτυξη, που διαμορφώνει τους όρους διάθεσης μεγάλων κεφαλαίων για έργα υποδομής, δρόμους, σιδηρόδρομους κλπ, ενώ η βιομηχανία και βιοτεχνία απασχολούς σύμφωνα με τον Γ. Κορδάτο 75.000 εργάτες το 1907.
Η ανάπτυξη της παραγωγής και της οικονομικής δραστηριότητας από τη μια, αλλά και η δράση των πρώτων Σοσιαλιστικών ομίλων και των πρώτων Σοσιαλιστών στην Αθήνα και σε πολλές άλλες πόλεις της χώρας, προώθησε την οργάνωση της εργατικής τάξης σε Συνδικάτα.
Ιδρύονται πολλά Σωματεία στην Αθήνα, τον Πειραιά, την Πάτρα, τον Βόλο, το Λαύριο και αλλού, ενώ αυξάνονται παράλληλα οι εργατικοί αγώνες.
Το 1894 οργανώνεται η πρώτη εργατική Πρωτομαγιά. Το 1896 ξεσπά η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων Λαυρίου. Το 1908 ιδρύεται από τον Σοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη ο Σύνδεσμος των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδας (ΣΤΕΤ), ενώ την ίδια χρονιά ιδρύεται το πρώτο Εργατικό Κέντρο στην Ελλάδα, το Εργατικό Κέντρο Βόλου. Στη συνέχεια έχουμε την ίδρυση του Ε. Κ. Αθήνας (1910) και αργότερα του Ε. Κ. Πειραιά (1912) και άλλων.
Καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της πολιτικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης της εργατικής τάξης έπαιξε η ίδρυση της Φεντερασιόν το 1909 στη Θεσσαλονίκη.
Η Φεντερασιόν ήταν μια πολιτικο-συνδικαλιστική εργατική οργάνωση, η οποία συγκροτήθηκε στη Θεσσαλονίκη με σκοπό την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης της περιοχής. Το 1910 οργάνωσε εκδήλωση για την Πρωτομαγιά, με 12.000 απεργούς και με συμμετοχή στη διαδήλωση 7.000 εργατών.
Η Φεντερασιόν συνδέθηκε με τη Σοσιαλιστική Διεθνή και αναγνωρίστηκε ως το επίσημο τμήμα της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Λειτούργησε έως το 1918, όταν με τον πρωτεργάτη της Αβραάμ Μπεναρόγια και μαζί με άλλες Σοσιαλιστικές Οργανώσεις ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ), το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε ΚΚΕ (1924), ενώ την ίδια χρονιά (1918) προώθησε την ίδρυση της ΓΣΕΕ στον Πειραιά.
Η ταυτόχρονη ίδρυση του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ και της ΓΣΕΕ, εκτός από τον συμβολισμό της παράλληλης πορείας, της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης της εργατικής τάξης, έδωσε τεράστια δυναμική στην ανάπτυξη του Συνδικαλιστικού Κινήματος και των εργατικών διεκδικητικών αγώνων.
Στο μεταξύ η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και το μεγάλο κύμα των 1.200.000 προσφύγων προς την Ελλάδα, πέρα από το σοκ που δημιούργησε, μπορεί να θεωρηθεί τομή στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και της παραγωγής, αλλά και στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης, της ωρίμανσης της ταξικής της συνείδησης και την εντυπωσιακή ανάπτυξη της οργάνωσης και των αγώνων της.
Η στυγνή και απάνθρωπη εκμετάλλευση του πολυπληθούς πλέον προλεταριάτου, οδήγησε το ελληνικό κεφάλαιο να απατήσει από την κυβέρνηση την εξόντωση του συνδικαλισμού. Στην περίοδο αυτή δεν υπάρχει πλέον καμιά κινητοποίηση εργατών που να μην αντιμετωπισθεί με βίαιη καταστολή. Συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορίες, δηλώσεις μετάνοιας, τραυματισμοί και θάνατοι από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους (την Αστυνομία, τη Χωροφυλακή, ακόμη και το στρατό) συνοδεύουν κάθε αγωνιστική κινητοποίηση.
Πανεργατική συγκέντρωση της ΓΣΕΕ και του ΕΚ Πειραιά στο Πασαλιμάνι καταστέλλεται βίαια από στρατό και αστυνομία με 11 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Την Πρωτομαγιά του 1924 ο στρατός καταλαμβάνει το ΕΚ Αθήνας για να εμποδίσει τις εργατικές εκδηλώσεις με 12 σοβαρά τραυματίες και 1 νεκρό το μέλος της ΟΚΝΕ Παρασκευαΐδη.
Από την άλλη μεριά, από το 1ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ η τότε κυβέρνηση Βενιζέλου, επιχείρησε να ελέγξει τη ΓΣΕΕ με δικές της δυνάμεις. Στο 3ο Συνέδριο το 1925 το ίδιο επιχείρησε να κάνει ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος (δικτατορία Πάγκαλου). Για να τα καταφέρει, η δικτατορία Πάγκαλου συλλαμβάνει και εξορίζει αρκετούς αντιπροσώπους της κομμουνιστικής τάσης, προκειμένου το κοινό ψηφοδέλτιο σοσιαλιστών-συντηρητικών να υπερισχύσει των κομμουνιστών και να εγγράψει τη ΓΣΕΕ στη Διεθνή των Ελεύθερων Εργατικών Συνδικάτων, πράγμα που τελικά κατάφερε.
Αφορμή νέων διώξεων, για όλο το συνδικαλιστικό κίνημα και την Αριστερά, αποτέλεσε ο Ν. 4429/24-7-1929 της κυβέρνησης Βενιζέλου, το γνωστό «ιδιώνυμο» περί «μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των «ελευθεριών» των πολιτών», που προέβλεπε τη διάλυση εργατικών σωματείων, όταν, κατά τη γνώμη των κρατούντων, αυτά ξέφευγαν από τους σκοπούς τους και επηρεάζονταν από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Με αυτή τη δικαιολογία δεκάδες Σωματείων, Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών διαλύθηκαν, ενώ πολλοί συνδικαλιστές και εργάτες φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχής του Μεσοπολέμου υπήρξαν εργατικοί αγώνες σε όλες τις περιοχές της χώρας, οι οποίοι στις περισσότερες περιπτώσεις κατέληγαν σε αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ απεργών από τη μια και χωροφυλάκων και στρατού από την άλλη. Το 1929 σκοτώθηκαν 3 εργάτες στην Ελευσίνα και 1 μεταλλουργός στο Λαύριο. Το 1934 σκοτώθηκαν στο λιμάνι της Καλαμάτας 7 εργάτες, άλλοι 7 εργάτες το 1935 στο Ηράκλειο και 6 υφαντουργοί το 1936 στη Νάουσα. Από τον Ιανουάριο του 1936, εκτός από τους εργάτες, άρχισαν να κινητοποιούνται και άλλα κοινωνικά στρώματα, όπως οι 10.000 μεταξοπαραγωγοί στο Σουφλί, οι αυτοκινητιστές στην Καβάλα, οι σταφιδοπαραγωγοί στη Μεσσηνία και την Ηλεία.
Η συμπαράταξη του εργατικού στοιχείου, των μικροαστών επαγγελματιών και των αγροτών προσέδωσε μια πρωτόγνωρη δυναμικότητα στις κινητοποιήσεις, οι οποίες τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζονταν με το στρατό και την κήρυξη στρατιωτικού νόμου. Η ένταση του απεργιακού κύματος, όσο φτάνουμε προς την επιβολή της δικτατορίας αυξάνει.
Κορυφαία στιγμή των εργατικών αγώνων είναι η εργατική εξέγερση τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, η οποία αποτελεί σταθμό στη δράση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα.
Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι από τις 5 Οκτωβρίου 1934, υπογράφτηκε το Αντιφασιστικό Σύμφωνο από το ΚΚΕ, το Αγροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τη ΓΣΕΕ, την Ενωτική ΓΣΕΕ και Ανεξάρτητα Συνδικάτα, με σκοπό την αποτροπή του φασισμού και στην Ελλάδα. Αυτό το Σύμφωνο έφερε πιο κοντά τις διάφορες συνδικαλιστικές δυνάμεις, οι οποίες το 1941 ίδρυσαν το Εργατικό ΕΑΜ, πριν το ίδιο το ΕΑΜ και προώθησαν τη δημιουργία της μιας και μοναδικής ΓΣΕΕ.
Η δημιουργία του Εργατικού ΕΑΜ, υπήρξε σταθμός στην ανάπτυξη του ελληνικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της εργατικής τάξης. Εξέφρασε με την ταξική εργατική ενότητα και τη συνέπειά του, τους πόθους του ελληνικού λαού για κοινωνική απελευθέρωση.


3. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μετά την Κατοχή

Αμέσως μετά την κατοχή, στις 30 Μαρτίου 1945, ιδρύθηκε ο Εργατικός Αντιφασιστικός Συνασπισμός (ΕΡΓΑΣ), ως συνασπισμός παρατάξεων προσκείμενων στην Αριστερά, προκειμένου να υπερασπίσει τα εργατικά συμφέροντα (άνοιγμα εργοστασίων, προσλήψεις εργαζομένων, επιδόματα ανεργίας, αύξηση μισθών και συντάξεων κ.ά.), να αντιμετωπίσει τις παρεμβάσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, μέσω των διορισμένων διοικήσεων στη ΓΣΕΕ, καθώς επίσης τη βία, την τρομοκρατία και τις διώξεις των αριστερών και προοδευτικών συνδικαλιστών από τις κυβερνήσεις της Δεξιάς εκείνη την εποχή.
Ο ΕΡΓΑΣ δρούσε μέσα από την υπάρχουσα ΓΣΕΕ γιατί θεωρούσε ότι η ενότητα της εργατικής τάξης είναι η πιο βασική προϋπόθεση για την επιτυχία των αγώνων της.
Παρά την τρομοκρατία και τις διώξεις, στην πορεία προς το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ, το οποίο ξεκίνησε τις εργασίες του την 1η Μαρτίου 1946, στην Αθήνα, το ψηφοδέλτιο του ΕΡΓΑΣ επικρατεί σχεδόν σε όλα τα Πρωτοβάθμια Σωματεία, τις Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα της χώρας, συγκεντρώνοντας το 80-85% των εδρών. Αντίθετα οι δύο δεξιές παρατάξεις, η Εθνική Ρεφορμιστική Παράταξη (ΕΡΕΠ), με ηγέτη τον Φώτη Μακρή και το Εθνικό Μέτωπο Εργαζομένων (ΕΜΕ), με επικεφαλής τον Δ. Θεοχαρίδη, παρά την κρατική ενίσχυσή τους, δεν καταφέρνουν να έχουν εκπροσώπηση.
Ο ΕΡΓΑΣ, όμως, διαλύθηκε τον Δεκέμβρη του 1947 μετά την έκδοση του Α. Ν. 509 «περί μέτρων ασφαλείας του κράτους…» σύμφωνα με τον οποίο διαλύονταν οργανώσεις ή σωματεία συνεργαζόμενα με το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την Εθνική Αλληλεγγύη.
Από εκεί και πέρα αρχίζει μια περίοδος, η οποία χαρακτηρίζεται από αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις, κρατικές-αστυνομικές παρεμβάσεις, διώξεις και φυλακίσεις συνδικαλιστών, με καταστροφικές συνέπειες για τα Συνδικάτα και ολόκληρο το συνδικαλιστικό κίνημα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της δολοφονίας, μέσα στην Ασφάλεια Αθηνών, του κορυφαίου συνδικαλιστικού στελέχους του ΚΚΕ Μήτσου Παπαρήγα.

4.Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μετά τον εμφύλιο

Το συνδικαλιστικό κίνημα μπήκε έντονα στο στόχαστρο της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Οι επεμβάσεις από το κράτος στο εσωτερικό του κινήματος, ο έλεγχος της ΓΣΕΕ, Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων από τον εργατοπατερισμό και τα όργανα του Ίρβινγκ Μπράουν που ήλθε από τις ΗΠΑ για να οργανώσει τη δομή και την κατάσταση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και την προώθηση των εργατοπατέρων και της ιδεολογικής διάσπασής του, όπως έγινε στις πιο σημαντικές χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία) αντιμετωπίστηκε από το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα με επιτυχία χάρις στις προσπάθειες και τους αγώνες των κομμουνιστών και άλλων αριστερών συνδικαλιστών.
Η ΓΣΕΕ παρέμεινε μία στη βάση της αρχής: 1 Σωματείο, 1 Ομοσπονδία, 1 Εργατικό Κέντρο, 1 ΓΣΕΕ, αρχή την οποία με συνέπεια υπερασπίστηκαν και εφάρμοσαν οι κομμουνιστές απορρίπτοντας όλες τις μεθοδεύσεις των κυβερνήσεων και των συμβούλων τους. Τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, οι διώξεις συνδικαλιστών, οι φυλακίσεις και οι εξορίες, ο περιορισμός των πολιτικών ελευθεριών, ο έλεγχος των Δευτεροβάθμιων και της Τριτοβάθμιας Οργάνωσης από τους εργατοπατέρες, οι όρκοι πίστης, τα Ταμεία και οι συντάξεις των εργατοπατέρων για τη διάσπαση των Συνδικάτων, από τα κάτω μέχρι την κορυφή, από Πρωτοβάθμια Σωματεία ως την ίδια τη ΓΣΕΕ, έπεσαν για πολλά χρόνια στο κενό.
Όταν η Τριτοβάθμια Οργάνωση ή οι Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα ελέγχονταν από εργατοπατέρες ενταγμένους στην υπηρεσία των κυβερνήσεων και τους ξένους πάτρωνές τους, με πρωτοβουλία αριστερών συνδικαλιστών και Σωματείων ιδρύονταν Συντονιστικά Οργανώσεων σ’ όλα τα επίπεδα, πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο για τη στήριξη των οργανωτικών και αγωνιστικών κατευθύνσεων μέσα στην εργατική τάξη.
Αργότερα, μετά την πτώση της χούντας το 1974 και προκειμένου να αντιμετωπιστούν ο Ν. 330 περί συνδικαλισμού και η περίφημη «κατάργηση» της πάλης των τάξεων του Κώστα Λάσκαρη, υπουργού εργασίας της ΝΔ, τα Συνδικάτα και οι Ομοσπονδίες της Κοινής Ωφέλειας και Τραπεζών (ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΤΡΑΠΕΖΕΣ, ΕΛΤΑ, ΟΣΕ κλπ) συγκρότησαν το Συντονιστικό Κοινής Ωφέλειας, που εξελίχθηκε σε γενικότερο Συντονιστικό με συμμετοχή και Οργανώσεων του Ιδιωτικού Τομέα και με το όνομα ΣΑΔΕΟ (Συνεργαζόμενες Αγωνιστικές Δημοκρατικές Εργατοϋπαλληλικές Οργανώσεις), το οποίο μαζί με αντίστοιχο Συντονιστικού του χώρου των Δημοσίων Υπαλλήλων με όνομα ΣΕΔΟ (Συντονιστική Επιτροπή Δημοσιοϋπαλληλικών Οργανώσεων), έδωσαν σημαντικές μάχες σ’ ολόκληρη την Ελλάδα για την υπεράσπιση δικαιωμάτων και κατακτήσεων, που αφορούσαν την κοινωνική ασφάλιση, το ωράριο εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις, την ανεργία, τις αποδοχές και την υπεράσπιση του Δημόσιου Τομέα της οικονομίας από τις ιδιωτικοποιήσεις. Καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση και δράση αυτών των Συντονιστικών, έπαιξαν οι συνεργαζόμενες στην περίοδο 1974-1983 Συνδικαλιστικές Παρατάξεις ΕΣΑΚ, ΠΑΣΚΕ και ΑΕΜ.

5. Ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα

Για δεκαετίες ολόκληρες το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, δοκίμασε κάθε είδους διώξεις, πέρασε δια πυρός και σιδήρου, μέσα από κάθε είδους παρεμβάσεις και επεμβάσεις του κράτους και της εργοδοσίας. Χρειάστηκαν αγώνες και θυσίες για να εξαλειφθούν οι εγκάθετοι των διάφορων Ίρβινγκ Μπράουν και οι εργατοπατέρες από το σώμα του εργατικού μας κινήματος. Αγώνες, που έφθασαν μέχρι τις μέρες μας, όταν τελικά στο 22ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ το 1983, μπήκε οριστικό τέλος στον εργατοπατερισμό, τις διαγραφές και τις διώξεις Οργανώσεων που αντιστέκονταν και πάλευαν για τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις των μελών τους.
Στη μακρά αυτή και βασανιστική πορεία, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας, ανέδειξε μορφές συντονισμού και κοινής δράσης, που έχουν καταγραφεί και καταξιωθεί στη συνείδηση των εργατών και υπαλλήλων και αποτελούν πάντα χρυσή παρακαταθήκη στην πορεία των κοινωνικών μας αγώνων. ΕΡΓΑΣ, ΔΣΚ, εργατικό ΕΑΜ, 115, ΣΑΔΕΟ, ΣΕΔΟ, σε πολύ δύσκολες περιόδους καθοδήγησαν το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας, συσπείρωσαν την εργατική τάξη και αντιμετώπισαν την εργοδοτική και κρατική καταστολή σε βάρος των εργαζομένων και του κινήματός τους.
Σήμερα η ιστορική αυτή παρακαταθήκη έχει τεθεί στο περιθώριο από τις ηγετικές ομάδες των Παρατάξεων. Και όχι μόνο αυτές που εκφράζουν τις δυνάμεις του δικομματισμού. Οι ευθύνες των δυνάμεων της Αριστεράς και η άρνηση κοινής δράσης και ενιαίας πάλης για τα πιο σημαντικά ζητήματα, από το ζήτημα της ειρήνης και του πολέμου, μέχρι τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα της εργατικής τάξης και του λαού, έχει ουσιαστικά διασπάσει και αποδυναμώσει το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.
Όσοι αναφέρονται στο σ.κ. εννοούν μόνο τις κορυφές του, τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, παραγνωρίζοντας το ρόλο και τις ευθύνες τους για την ουσιαστική εξαφάνιση του Πρωτοβάθμιου Σωματείου, του κύτταρου του συνδικαλιστικού κινήματος και ολόκληρης της δομής του, κάθετης και οριζόντιας, με την απαξίωση και υπολειτουργία των Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών.
Τα Συνδικάτα χρειάζεται να λύσουν τα προβλήματα λειτουργίας του παρουσιάζουν και παραλύουν τη δράση τους. Να σφυρηλατήσουν την ενότητα των γραμμών τους, προωθώντας τη δημοκρατική λειτουργία τους σ’ όλα τα επίπεδα. Οι Γενικές Συνελεύσεις, τα Συνέδρια, οι Διοικήσεις να λειτουργούν με ανοικτές δημοκρατικές διαδικασίες, με διαφάνεια, με ουσιαστική συζήτηση των προβλημάτων και κοινή δράση πάνω σ’ αυτά που ενδιαφέρουν και συσπειρώνουν τους εργαζόμενους. Να αναπτυχθούν, όπου δεν γίνεται αλλιώς, Συντονιστικά Δράσης (Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, Πρωτοβάθμιων Σωματείων) με στόχο αγώνες και κινητοποιήσεις.
Η έμφαση χρειάζεται να δοθεί στη δημιουργία ενός ισχυρού συνδικαλισμού βάσης σε ταξική κατεύθυνση, με άμεσους στόχους:
·         Να μην πληρώσουν οι εργαζόμενοι την κρίση αλλά αυτοί που την προκάλεσαν.
·         Να αποκαλυφθούν οι ευθύνες του δικομματισμού για την κατάσταση.
·         Τη δημιουργία ενός εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος που θα προστατεύει αποτελεσματικά τους εργαζόμενους.
·         Την οικοδόμηση ενός μαζικού, αγωνιστικού, μαχητικού εργατικού μετώπου ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Αθήνα 28 Απρίλη 2014                                                 Γιάννης Θεωνάς